Το Σκάκι, Μανώλης Αναγνωστάκης
Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου.
( Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη.
Τώρα δεν έχω πιά αγαπημένη )
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
( Τώρα πιά δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα )
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου.
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω;
( Τραβάνε μπρός, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα )
Όλα, και τα άλογά μου θα στα δώσω.
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω.
Που ξέρει μόνο σ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρός στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.
Το Πιόνι, Κ.Π. Καβάφης
Πολλάκις βλέποντας να παίζουν σκάκι
ακολουθεί το μάτι μου ένα Πιόνι
οπού σιγά, σιγά τον δρόμο βρίσκει
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει
Με τέτοια προθυμία πάει στην άκρη
οπού θαρρείς πως βέβαια εδώ θ αρχίσουν
οι απολαύσεις του κ οι αμοιβές του.
Πολλαίς στον δρόμο κακουχίαις βρίσκει.
Λόγχαις λοξά το ρίχνουν πεζοδρόμοι,
τα κάστρα το χτυπούν με ταίς πλατειαίς των
γραμμαίς. μέσα στα δύο τετράγωνά των
γρήγοροι καβαλλάρηδες γυρεύουν
με δόλο να το κάμουν να σκαλώσει.
κ εδώ κ εκεί με γωνιακή φοβέρα
μπαίνει στον δρόμο του κανένα πιόνι
απ το στρατόπεδο του εχθρού σταλμένο.
Αλλά γλιτώνει απ τους κινδύνους όλους
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.
Τι θριαμβευτικά που εδώ προφθαίνει,
στην φοβερή γραμμή την τελευταία,
τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει!
Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνει
κ ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο.
Για την βασίλισσα, που θα μας σώσει,
για να την αναστήσει από τον τάφο
ήλθε να πέσει στού σκακιού τον Άδη.
Παρτίδα, Νάσος Βαγενάς
Πώς να σε κερδίσω.
Με παίζεις όπως θέλεις. Και μου παίρνεις
έναν-έναν τους στρατιώτες. Μου κυκλώνεις
τους πύργους. Τ’ άλογά μου έχουν τρομάξει
και τριγυρνούν εδώ κι εκεί χαμένα.
Μα πώς να σε κερδίσω. Που ακόμα
κι αυτή η βασίλισσά μου ξεπορτίζει.
Και με προδίνει αδιάκοπα μέσα στα χόρτα
με τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς σου.

Ήλθα, αλλά έλειπες. Η σκακιέρα ήταν στημένη, όλα τα κομμάτια στη θέση τους εκτός απ’ τους τρελούς. Έπεσα στα γόνατα φωνάζοντας «δεν γίνομαι πιόνι! δεν γίνομαι πιόνι!» και δάκρυα από μελάνι γέμισαν τα μάτια μου. Όταν η όρασή μου καθάρισε ήμουν γονατιστός στο κέντρο της σκακιέρας, στο ε4, η μάχη μαινόταν γύρω μου, όμως δεν ήτανε λέει μάχη αλλά χορός και μάλιστα στο βασιλικό ανάκτορο. Γύρω ιππότες και πύργοι στροβιλίζονταν στο ρυθμό του βαλς, ενώ μια μαύρη ντάμα γελούσε δείχνοντας προς το μέρος μου με τη βεντάλια της. Ξύπνησα σ’ ένα μακρινό σύννεφο.
By: trelos on 4. Νοεμβρίου, 2007
at 6:22 μμ
καταπληκτικός ο trelos. ποιου είναι; ή μήπως είναι home-made; καλή συνέχεια
By: passarella on 5. Νοεμβρίου, 2007
at 8:20 πμ
Ο τρελός είναι νέος στο χώρο (πιο νέος δεν γίνεται). Συγγνώμη που δεν άφησα διεύθυνση, πίστευα πως γίνεται αυτόματα. Θα χαρώ ν’ ανταποδώσω τη φιλοξενία στο “βρέφος” trelos.wordpress, ειδικά σε κάποιον που τον αισθάνομαι φίλο
By: trelos on 5. Νοεμβρίου, 2007
at 7:12 μμ